Παγκόσμια Ημέρα ψυχικής Υγείας: Αξιοπρέπεια (2015)

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος στις 10 Οκτωβρίου γιορτάζεται η παγκόσμια μέρα ψυχικής υγείας. Αυτή η ξεχωριστή μέρα σε παγκόσμιο επίπεδο, αφιερώνετε σε ένα διαφορετικό ζήτημα που σχετίζεται με τη ψυχική υγεία με σκοπό την ευαισθητοποίηση και την κινητοποίηση, ολόκληρου του κόσμου. Φέτος η θεματική αυτή έχει τίτλο «Αξιοπρέπεια στη Ψυχική Υγεία».

Τα ανθρώπινα δικαιώματα σε ποικίλα μέρη του κόσμου υποβαθμίζονται και καταπατούνται. Χαρακτηριστικά όπως η περιθωριοποίηση, το στίγμα, ακόμα και κακοποίηση (σε όλες τις μορφές τις), από τον κοινωνικό περίγυρο και από τις ίδιες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας αλλά και φτωχή παροχή υπηρεσιών τονίζουν τη σημαντικότητα αυτής της συζήτησης.

Η ευαισθητοποίηση και η ενεργοποίηση προς μια ζωή με αξιοπρέπεια για κάθε άτομο που περνάει από την διαδρομή της ψυχικής δυσχέρειας, με στήριγμα τα ανθρώπινα δικαιώματα και  κατευθυνόμενη από την πολιτική και τους νόμους ενός συνειδητοποιημένου κράτους, επιβάλλεται. Ακόμα, άλλοι παράγοντες που συντελούν σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η επάρκεια των επαγγελματιών, η ενήμερη συγκατάθεση και ένταξη στη λήψη απόφασης των πασχόντων, καθώς και η ενημέρωση του κοινού.

human-rights-chart-16241994

Η εγγενή αξία του κάθε ατόμου, η οποία συνδέετε άμεσα με τον σεβασμό, την αναγνώριση, την αυτό-αξία και την δυνατότητα επιλογής του, αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά αυτού που αναφέρετε ως αξιοπρέπεια. Τα ποιο πάνω προκύπτουν από το σεβασμό προς ανθρώπινα δικαιώματα όπως : α) την ελευθερία από τη βία και την κακοποίηση, β) την ελευθερία από τις διακρίσεις, γ) της αυτονομίας και αυτοκαθορισμού, δ) της ένταξης στη ζωή της κοινότητας, και ε) τη συμμετοχή στη διαμόρφωσης πολιτικής (ONCHR, 2015).

universal-declaration-of-human-rights

Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στη ψυχική υγεία δεν είναι κάτι αυτονόητο και σταθερό αφού σύμφωνα με το WHO, δεν είναι κάτι που διατηρείται. Ο WHO εντοπίζει καταστάσεις απομόνωσης, απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες θεραπείας, κακοποίηση, ακόμα και υπό μορφή παραμέλησης στις δομές (νοσοκομεία, φυλακές, κ.ά.). Επίσης παρουσιάζει έντονα την κοινωνική αποθάρρυνση του δικαιώματος της επιλογής παροχής υπηρεσιών, αλλά και της όποιας διαχείρισης των οικονομικών ή και της ίδιας της ζωής των ψυχικά πασχόντων. Κοινές είναι και οι τάσεις άρνησης περίθαλψης των ψυχικά πασχόντων από τις κατάλληλες υπηρεσίες, η αποθάρρυνση προσπαθειών εκπαίδευσης και εργασίας, καθώς και η δημιουργία εμποδίων για τη συμμετοχή στην κοινότητα-κοινωνία. Τέλος, παραδείγματα όπως, η αποτροπή πρόσβασης σε αποφάσεις που αφορούν τους ίδιους τους πάσχοντες ή τη γενικότερη κοινωνία καθώς και σε κοινωνικές ή πολιτιστικές δραστηριότητες συμβάλουν στη δυσλειτουργική αντιμετώπιση της κατάστασης (WHO, 2015).
EqualRIghts

Με σκοπό την ενίσχυση ενός λειτουργικότερου τρόπου αντιμετώπισής από το κοινό και από τους ιδικούς, ο WHO δημιούργησε το WHO Quality Rights Tool Kit, προσφέροντας κατά αυτό τον τρόπο την ανάπτυξη γνώσεων και ευαισθητοποίησης, επιδιώκοντας τη δημιουργία συνθηκών αποτελεσματικότερης φροντίδα και δράσης.

WHO Quality Rights Tool Kit

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH

Νοημοσύνη, πόσο εύκολα μιλάμε γι’ αυτή;

Κάθε άτομο είναι διαφορετικό όσον αφορά ικανότητες όπως η κατανόηση και η σύνθεση ιδεών, η αποτελεσματική προσαρμογή στο περιβάλλον, η μάθηση από την εμπειρία, η χρήση διαφορετικών συλλογισμών και οι στρατηγικές αντιμετώπισης εμποδίων με τη σκέψη. Έτσι οι νοητικές επιδόσεις αναπόφευκτα  διαφέρουν ανάλογα με τις περιστάσεις και τους διαφορετικούς τομείς, αφού τα κριτήρια αξιολόγησης συμβαδίζουν με την κάθε περίπτωση. Οι προσπάθειες διευκρίνισης και οργάνωσης αυτού του σύνθετου συνόλου φαινομένων, δημιουργεί την ποικιλία εννοιών της νοημοσύνης (Neisser et al. 1997).

Πριν τον 19ο αιώνα, ο χλευασμός και η περιφρόνηση αποτελούσαν χαρακτηριστικές συμπεριφορές για τα λεγόμενα τότε «νοητικά καθυστερημένα» άτομα. Από τις αρχές κιόλας του 19ου διαφαίνεται η τάση σε μια περισσότερο ανθρωπιστική προσέγγιση και στην ευαισθητοποίηση του φαινομένου. Μια πρώτη προσπάθεια διάκρισης έγινε από τον Jean Esquirol (1838), όπου ο ίδιος υποστήριξε ότι η νοημοσύνη είναι ένα συνεχές που χαρακτηρίζεται από τη διαβαθμιστική της λειτουργία και μπορούσε να αξιολογηθεί δια μέσου του επιπέδου του λόγου του ατόμου. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι το άτομο κυμαίνεται σε ένα συνεχές, που στο ένα άκρο βρισκόταν η χαμηλή νοητική λειτουργία και στο άλλο η υψηλή. Η σημαντικότητα της ανάπτυξης αυτής της θεωρίας έγκειται στο γεγονός του διαχωρισμού της νοητικής λειτουργίας από τη ψυχική ασθένεια, πτυχές, που τους προηγούμενους αιώνες ήταν ένα. Με αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η δημιουργία των πρώτων ασύλων σε Ευρώπη και Αμερική με απώτερο σκοπό το διαχωρισμό, τη διάγνωση και τη διαφοροποίηση ως μείζον ζήτημα (Μόττη, 1999).

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου  αιώνα, το αυξημένο ενδιαφέρον συνεχίζεται. Διαχωρίζεται η φιλοσοφία από τη ψυχολογία και εντείνονται οι προσπάθειες της διερεύνησης, με τρόπους παρόμοιους των θετικών επιστημών, όπως της φυσικής και της στατιστικής. Πρωτοπόροι αυτής της κίνησης ήταν, ο Sir Francis Galton (Άγγλος, βιολόγος, 1883), ιδρυτής του πρώτου ανθρωποκεντρικού εργαστηρίου και από τους πρώτους που ασχολήθηκε με την κληρονομικότητα, τη συνάφεια και την παλινδρόμηση  στο μέσο όρο και ο James Mckeen Cattell (Αμερικάνος, Ψυχολόγος, 1879),  ως πρώτος ερευνητής που ανέφερε τον όρο «νοητικό τέστ». Εξίσου σημαντικοί είναι, ο δημιουργός των πρώτων κλινικών τεστ ψυχιατρικών ασθενειών Emil Kraepelin (Ψυχίατρος, Γερμανία), αλλά και ο δημιουργός των πρώτων τεστ αξιολόγησης της σχολικής ικανότητας Herman Ebbinghaus (Ψυχολόγος, 1897 Γερμανία), που έθεσε τις βάσεις για τα ομαδικά τεστ νοημοσύνης (Μόττη, 1999).

Οι εξελικτικές θεωρίες και η συμβολή τους, όπως αυτή του Piaget το 1972, (ισχυριζόταν ότι η ανάπτυξη της νοημοσύνης αφορά μια συνεχή μεταβαλλόμενη ισορροπία της αφομοίωσης νέων πληροφοριών στις υπάρχουσες γνωστικές δομές και στην προσαρμογή τους στις νέες πληροφορίες), αλλά κι εκείνη του Vygotsky, το 1978 (υπέθεσε ότι όλες οι νοητικές ικανότητες σχετίζονται με το κοινωνικό υπόβαθρο, και ότι η γλώσσα και η σκέψη  συνδέονται και πρωτοεμφανίζονται στις αρχικές αλληλεπιδράσεις του παιδιού με το περιβάλλον του και αναπτύσσονται για το υπόλοιπο της ζωής του από αυτό), ήταν καθοριστικές για την ανάπτυξη της μελέτης της νοημοσύνης. Επιπρόσθετα, θεωρίες όπως αυτή της πολλαπλής νοημοσύνης του Gardner (1983), και των τριών θεμελιωδών απόψεων της νοημοσύνης (αναλυτική, δημιουργική και πρακτική) του Sternberg (1985), ήταν αρκετές για να τονίσουν την ποικιλομορφία και την πολυπλοκότητα αυτού που ονομάζεται νοημοσύνη (Neisser et al. 1997).

Brain2

Προς τα τέλη 19ου και στις αρχές του 20ου, το κίνητρο για έρευνα παρέμεινε ακλόνητο. Οι Alfred Binet, Victor Henri & Theodore Simon δημιουργούν την πρώτη σύγχρονη κλίμακα μέτρησης της νοημοσύνης. Ο Lewis Terman Stanford UNI, σταθμίζει το εργαλείο αυτό στην Αμερική (Stanford-Binet), και το 1986 προσαρμόζεται εκ νέου από τους Τhorndike, Hagen & Sattler, δημιουργώντας έτσι μια από τις καλύτερες μετρήσεις για νοημοσύνη ατόμων 2-23 ετών, μέχρι τις μέρες μας. Ο David Wechsler το 1930, αναπτύσσει μια σειρά από κλίμακες νοημοσύνης (από τις καλύτερες για παιδιά, εφήβους και ενηλίκους μέχρι και σήμερα), το WAIS-R (16+), το WISC-III (6-17), και το WPPSI-R (3-7 και 3 μηνών).  Ακόμα ένα ψυχομετρικό εργαλείο αξιολόγησης της νοημοσύνης εκείνης της εποχής που θεωρείται σημαντικό έως σήμερα, είναι το Τεστ Προοδευτικών Μήτρων (Standard progressive, Matrices Raven, Court & Raven, 1986), (Μόττη, 1999).

Το 1921, γίνεται το πρώτο συμπόσιο στην Αμερική με τίτλο «Η νοημοσύνη και η μέτρησή της». Τα κοινά χαρακτηριστικά της νοημοσύνης που προέκυψαν από εκείνη τη μέρα ήταν, η ικανότητα για μάθηση, η αφηρημένη σκέψη και η αποτελεσματική προσαρμογή στο περιβάλλον. Το 1986, ένα ακόμα συμπόσιο διοργανώνεται (Stern Berg & Detterman). Η έμφαση αυτή τη φορά δόθηκε στη διάσταση της ικανότητας του γνωρίζω και καταλαβαίνω τον εαυτό μου, στις δυνατότητες και τα όρια του ατόμου και στην άσκηση αυτοελέγχου. Τέλος, ένα από τα μεγαλύτερα συμπόσια όλων των εποχών το οποίο περιλάμβανε περίπου 1020 ειδικούς συμπεριλαμβανομένου ψυχολόγων, παιδαγωγών, κοινωνιολόγων και γενετιστών (Shyderman & Rothman 1987), με στόχο την ταξινόμηση συγκεκριμένων στοιχείων που αφορούν τη νοημοσύνη και τη σημασία τους για τον ορισμό της, εντόπισε ως σημαντικά στοιχεία την αφηρημένη σκέψη, τη  μάθηση και την επίλυση προβλημάτων (96% των συμμετεχόντων), καθώς και την ικανότητα προσαρμογής στο περιβάλλον, τη δημιουργικότητα, τις γενικές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τη γλωσσική ικανότητα, τη μαθηματική ικανότητα, τη μνήμη και την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών (60-80% των συμμετεχόντων), (Μόττη, 1999).

Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά όμως, και οι όποιοι ορισμοί, δεν συναντούν την παγκόσμια αποδοχή, ούτε καν στους μη ειδικούς. Τα επιχειρήματα προς μια περισσότερο ολιστική αξιολόγηση και μια διαπολιτισμική νοημοσύνη, αφορούν την διαφορετικότητα του κάθε ατόμου ως προς τα  γνωστικά χαρακτηριστικά του, την αντίληψη των δεξιοτήτων του, την ικανότητα ή δεξιότητα προσαρμογής στο περιβάλλον του, τα διαφορετικά είδη νοημοσύνης (π.χ. τεχνολογική νοημοσύνη, συναισθηματική νοημοσύνη, κ.ά.), τον τρόπο καθημερινής διαβίωσης, την πολιτισμικότητα και την πολυπολιτισμικότητα (π.χ. ατομικιστικές κοινωνίες ≠  συλλογικές κοινωνίες), κ.ά. (Μόττη, 1999).

EQ VS IQ

Το ζήτημα της νοημοσύνης,  είναι κάτι που απασχολούσε και απασχολεί πολύ συχνά ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα. Οι τελευταίες σύγχρονες προσπάθειες έδειξαν για ακόμα μια φορά το αδύνατο της απόλυτης αξιολόγησης και  ερμηνείας της νοημοσύνης. Οι απέραντες πιθανότητες που την καλύπτουν δεν στάθηκε εφικτό να εντοπιστούν. Παρά ταύτα, είτε το γόητρο της αναζήτησης μιας καθολικής ερμηνείας συνεχίζει να αποτελεί ισχυρό κίνητρο για πολλούς, είτε  διαμέσου κάποιων πεπεισμένων στο αδύνατο της εύρεσης της ολότητας των μεταβλητών και των αλληλεπιδράσεων, αυτή η υπέροχη και αέναη αφαιρετική διαδικασία της αναζήτησης, συνεχίζεται.

Συμπερασματικά, από τότε μέχρι σήμερα, σημαντικές εξελίξεις έχουν πραγματοποιηθεί και εντοπίζονται με ευκολία, στους τρόπους και την αποτελεσματικότητα της μελέτης της νοημοσύνης, των βιολογικών προσεγγίσεων και της μελέτης του εγκεφάλου. (Neisser et al. 1997). Η απομυθοποίηση των προηγούμενων απόλυτων ερμηνειών και η σχετικότητα των νέων είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό μετά από τόσα χρόνια μελέτης. Τα ψυχομετρικά τεστ δεν θεωρούνται πλέον αδιάψευστα. Οι ψυχομετρικές αξιολογήσεις δεν απαντούν σύνθετες ψυχολογικές καταστάσεις (Maher & Maher, 1994˙ Prince, 1997˙ Wohlgemuth, 1997). Η τάση αυτή προάγει την συμπληρωματική χρησιμότητα των εργαλείων που έχουν δημιουργηθεί κατά καιρούς, σε συνδυασμό με την εφαρμογή ψυχομετρικών αρχών με σοβαρότητα και προσοχή,  ακολουθώντας κώδικες ηθικής και δεοντολογίας και μόνο από ειδικούς (Σταλίκας, Α., Τριλιβά, Σ., & Ρούσση, Π. 2002).

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH

Ψυχοθεραπεία

Η Ψυχοθεραπεία είναι ένας συνεχώς αναπτυσσόμενος κλάδος της ψυχικής υγείας. Εκφράζεται διαμέσου μιας ποικιλίας θεραπευτικών προσεγγίσεων και η κάθε μια από αυτές, περιλαμβάνει ένα εύρος τεχνικών και στρατηγικών θεραπείας.
Μια σύντομη και γενική περιγραφή του στόχου της, είναι οι δραστικές αλλαγές στους δυσλειτουργικούς τρόπους σκέψης του ατόμου και τις δυσλειτουργικές συναισθηματικές αντιδράσεις και συμπεριφορές.

Ψυχοθεραπεία

Δεν μένει όμως μόνο σε αυτό, αφού επιμέρους στόχοι της μπορεί να είναι η αναδόμηση και η προσωπική ανάπτυξη του ατόμου, η αλλαγή της δυσλειτουργικής  προσωπικότητας και συμπεριφοράς, η επίλυση εσωτερικών συγκρούσεων και ζητημάτων, τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα, η βελτίωση ψυχολογικών δεξιοτήτων,  κ.ά.

Παρά τη «συγγένεια» που έχει με το πεδίο της ψυχολογίας και σύμφωνα με τη συνθήκη του Στρασβούργου (1990), θεωρείται πια ένα ανεξάρτητο επάγγελμα.

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH

Κωφή Κοινωνία και Πολιτισμική Πραγματικότητα

Το ιατρικό μοντέλο

Σύμφωνα με το ιατρικό μοντέλο, όταν αναφερόμαστε σε κώφωση ή απώλεια ακοής περιγράφουμε την αδυναμία του ακουστικού μηχανισμού ως προς την καθαρή μεταφορά του ήχου του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα της ομιλίας στα κέντρα του εγκεφάλου, και της διαβίβασης μηνυμάτων που μεταφέρουν οι ήχοι. Επακόλουθα αυτού είναι οι δυσκολίες ανάπτυξης του προφορικού λόγου, αφού υπάρχει απουσία υποδείγματος ομιλίας για μίμηση, και απώλεια ελέγχου και κατεύθυνσης ομιλίας μέσω της ακοής. Η κώφωση σύμφωνα με το ιατροκεντρικό μοντέλο διακρίνεται σε κώφωση ελαφριάς μορφής (22 – 60 dB), σοβαρής μορφής (60 – 90 dB) και βαριάς μορφής (>90 dB). Ακόμα ένας διαχωρισμός που βρίσκουμε είναι το προγλωσσικό και μεταγλωσσικό άτομο με κώφωση, όπου συνήθως αν τα συμπτώματα εμφανιστούν από την ηλικία των 4 ετών και πάνω το άτομο θεωρείται μεταγλωσσικά κωφό (Μερακλής, 1991. Κουππάνου & Φτιακά, 2009. De Bruin, & Brugmans, 2006).

Η θεωρία της ανάπτυξης της πολιτισμικής ταυτότητας

Πέραν της πιο πάνω αντίληψης και με σκοπό να αντιληφθούμε την πολιτισμική ταυτότητα των κωφών ατόμων, χρειάζεται να έχουμε κατά νου πως αναπτύσσεται η πολιτισμική ταυτότητα. Η θεωρία ανάπτυξης της πολιτισμικής ταυτότητας αναφέρει ότι το κάθε άτομο περνάει από διάφορα στάδια κατά την ανάπτυξη της πολιτισμικής του ταυτότητας, τα οποία δεν ακολουθούν απαραίτητα την πιο κάτω σειρά, δεν είναι σταθερή η κατάκτηση τους και δεν είναι απαραίτητα γραμμικά. Ένα άτομο μπορεί να μεταφέρεται από το ένα στάδιο στο άλλο ή/και να βρίσκεται ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα στάδια, αναλόγως των καταστάσεων και των μεταβλητών που το επηρεάζουν.

Τα στάδια αυτά είναι:

  1. Της αφέλειας, όπου το άτομο δεν έχει πολιτισμική συνείδηση και χαρακτηρίζεται από άγνοια και μη ευαισθητοποίηση σχετικά με την πολιτισμικότητα και τις καταστάσεις που σχετίζεται και τον αφορούν.
  2. Της αποδοχής, η οποία διαχωρίζεται σε παθητική ή ενεργητική. Εδώ η ταυτότητα του ατόμου καθορίζεται βάσει της κυρίαρχης κουλτούρας. Ακολουθεί ως σωστό τρόπο πορείας στη ζωή τα “πρέπει” και τα “είναι” της κυρίαρχης κουλτούρας, μέσω συμβιβασμού και πιθανής υποτακτικότητας προς την κυρίαρχη ομάδα.
  3. Της αντίστασης και αναγνώρισης, που διαχωρίζεται σε παθητικό ή ενεργητικό. Tο άτομο αρχίζει να ορίζει την ταυτότητα του ως μέλος ομάδας μειονότητας αντιλαμβανόμενο την υφιστάμενη καταπίεση, την έλλειψη στήριξης και ευαισθησίας της κοινωνίας και των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και τη χρησιμοποίησή του ως εργαλείο του «συστήματος». Έτσι συχνά βιώνει έντονο θυμό, παίρνει μέτρα και προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό την αλλαγή στο κατεστημένο. Επίσης, συμβαίνει να στρέφεται κατ’ εξοχήν στη δική του ιστορία και κοινότητα και να εναντιώνεται στην κυρίαρχη κουλτούρα
  4. Του επαναπροσδιορισμού και προβληματισμού, όπου συνεχίζεται η ανάπτυξη της συνειδητοποίησης, δίνοντας χώρο στο άτομο να βιώσει την υπερηφάνεια για την ταυτότητά του, αποφεύγοντας την κυρίαρχη κουλτούρα ως μη σημαντική για τον ίδιο και με σκοπό την εξεύρεση του εσωτερικού εαυτού και εκείνου του εαυτού που συναναστρέφεται με την ομάδα μειονότητας.
  5. Της πολυεπίπεδης εσωτερίκευσης, όπου επέρχεται η πλήρης συνειδητοποίηση του “ανήκειν” του ατόμου σε μια συγκεκριμένη ομάδα μειονότητας. Βρίσκεται σε πολιτισμική ενημερότητα με τις άλλες ομάδες και είναι περήφανο για τον εαυτό του, χωρίς να έχει πλέον κάποια παθητικά ή ενεργητικά αμυντική στάση προς την κυρίαρχη κουλτούρα. Το άτομο σ’ αυτό το στάδιο έχει τη δυνατότητα της αναγνώρισης των θετικών και αξιόλογων πλευρών την κυρίαρχης κουλτούρας και προσπαθεί για την αλλαγή των αρνητικών πλευρών.

(Κλεφταράς, Γ. 2010)

 

Πολιτισμικότητα

Το 10% των κωφών ατόμων γεννήθηκε και μεγάλωσε σε περιβάλλοντα οικογενειών κωφών, κάτι που σημαίνει ότι το 90% στα πρώτα χρόνια αγνοεί την κουλτούρα και γλώσσα. Είναι μια ανάπτυξη που συντελείται λοιπόν αρχικά, διαμέσου ενός συστήματος ακουόντων, όπου σε μετέπειτα ηλικίες έρχεται να ενταχθεί σε μια κοινωνική μειονότητα, όπως είναι η κοινωνία των κωφών (Leven, 1997. όπ. αναφ. στους De Bruin, & Brugmans, 2006. Gill, & Fox, 2012).

Εκτός της φυλής και της εθνικότητας, η πολιτιστική πολυμορφία περιλαμβάνει επίσης και την πολιτιστική κώφωση, ως αναπόσπαστο μέρος της εικονικής επικοινωνίας (Sheppard, 2011. όπ. αναφ. στον Shinn, 2013). . Ειδικές συνθήκες που προέρχονται από το πολιτισμικό υπόβαθρο και τη θέση των κωφών στην κοινωνία επηρεάζουν τον τρόπο συνεχιζόμενης ανάπτυξης στην επικοινωνία (Hoyt, Siegelman & Schlesinger, 1981. Phillips, 1996. όπ. αναφ. στον Konig, 2012). Ενδεικτικά των πιο πάνω μπορούν να είναι η συμβολική “βάφτιση” (η οποία αποτελεί διαφορετική ταυτότητα στην κοινότητα), τα κοινά ήθη, αξίες, γλώσσα, κουλτούρα, ιστορία, κανόνες συμπεριφοράς, αισθήματα για την κοινότητα, συγγένειες, τέχνες, λογοτεχνία, τα τραγούδια στη νοηματική γλώσσα, καθώς και κοινοτικές οργανωτικές δομές, κοινωνική καταπίεση με τις ποικίλες διαφορές και ομοιότητες από χώρα σε χώρα (Haug, & Mann, 2008. Sue, Arredondo, & McDavis, 1992. De Bruin, & Brugmans, 2006). Τέλος οι σχεσιακές στάσεις που αναπτύσσονται στην ευρύτερη κοινωνία μεταξύ κωφών και ακουόντων, επιπρόσθετα στα πιο πάνω, προφανώς έχουν και αυτές την επιρροή τους στην ανάπτυξη της πολιτισμικής ταυτότητας (Harvey, & Glickman, 2008)

Η επικοινωνία

Τέλος σημαντική είναι η συμβολή της επικοινωνίας και του τρόπου αυτής, ως προς την ανάπτυξη της πολιτισμικής ταυτότητας. Αρκετοί είναι πλέον εκείνοι που μελετούν τη δυναμική της επικοινωνίας των κωφών ατόμων διαμέσου της νοηματικής και όχι μόνον. Όσον αφορά τη νοηματική γλώσσα, με μια γρήγορη ματιά, μπορούμε να δούμε ότι διακρίνεται από τις λεκτικές γλώσσες, είναι μοναδική στο είδος της, πολυδιάσταση και οπτικο-χειρονομιακή (Κουππάνου & Φτιακά, 2009), διαφέρει από χώρα σε χώρα (Haug, & Mann, 2008. Sue, Arredondo, & McDavis, 1992) και το στυλ και η τεχνική της επηρεάζεται από την κοινότητα των ατόμων (De Bruin, & Brugmans, 2006).

Άλλα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας των κωφών ατόμων είναι η δεξιότητα χειλιανάγνωσης (Kyle & Woll, 1985. όπ. αναφ. στις Κουππάνου & Φτιακά, 2009), η επικοινωνία με έντονες εκφράσεις σε ολόκληρο το σώμα, κυρίως στα χέρια και το πρόσωπο, περισσότερη φυσική εγγύτητα και αυξημένη επαφή με τα μάτια (Peters, 2007. όπ. αναφ. στους De Bruin, & Brugmans, 2006). Επίσης, είναι σύνηθες τα κωφά άτομα όταν θέλουν να τραβήξουν την προσοχή να χρησιμοποιούν τρόπους που μπορεί να θεωρηθούν αγενείς στην κοινωνία των ακουόντων (Williams & Abeles 2004). Σύμφωνα με τους ερευνητές το 90% της επικοινωνίας των κωφών ατόμων, αφορά μη λεκτικό τρόπο (Gill, & Fox, 2012).

Δεδομένου ότι η όλη διαδικασία επικοινωνίας επηρεάζει πολλές πτυχές ανάπτυξης του ατόμου, όπως το βαθμό προσαρμογής και επίτευξης δραστηριοτήτων (Κουππάνου & Φτιακά 2009), η δυσλειτουργία προκύπτει σύμφωνα με κάποιους από ένα κόσμο μη νοηματικής, ένα κόσμο φτιαγμένο από τους ακούοντες για τους ακούοντες και όχι από το βίωμα του να είσαι κωφός (De Bruin, & Brugmans, 2006)

Καταλήγοντας, η λέξη κωφός, βάσει της συγκεκριμένης βιβλιογραφίας μπορεί να θεωρηθεί ένα βιολογικό χαρακτηριστικό (όπως το φύλο, ή το χρώμα). Δεν είναι απλά ένας όρος ή μια κατάσταση αλλά ένας τρόπος ζωής (De Bruin, & Brugmans, 2006), αποτελώντας ένα πολυπολιτισμικό ζήτημα (Phillips, 1996..όπ. αναφ. στους De Bruin, & Brugmans, 2006).

 

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH

Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΨ)

Η ΓΣΨ είναι μια χρονικά περιορισμένη και βραχεία ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Είναι δομημένη και ενεργητική δίνοντας έμφαση στην εμπειρική ψυχολογική γνώση. Χαρακτηριστικά της, είναι η εστίαση στην πράξη, στο εδώ και τώρα, η έμφαση στην απόκτηση δεξιοτήτων από μέρους του ατόμου, η κατάκτηση του ατόμου της γενικότερης ιδέας του να είναι ο θεραπευτής του εαυτού του, καθώς και η συνεργασία ψυχοθεραπευτή – ατόμου για την κατανόηση και επίλυση των ζητημάτων που απασχολούν το άτομο (American Psychiatric Association. (n.d). Westbrook, D., Kennerly, H., & Kirk, J. 2012. Presti, R.L., Look, J., Hildebrant, T.,  & Loeb, K.L. 2010).

CBT 2

Το γνωστικό μοντέλο  στηρίζεται στο ότι ο τρόπος ερμηνείας, απόδοσης νοήματος και βιώματος μιας κατάστασης από το άτομο καθορίζει το πώς αισθάνονται τα άτομα και όχι η κατάσταση καθεαυτή. Η συναισθηματική απάντηση του καθενός εξαρτάται από την αντίληψη του για την συγκεκριμένη κατάσταση (Judith, S. Beck 2012).

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH

Ύπνωση και Θεραπεία

Η ύπνωση είναι μια ειδική κατάσταση μεταβλημένης συνειδητότητας. Προκαλείται τεχνητά από κάποιο άλλο άτομο ή από τον ίδιο τον υπνωτιζόμενο, μέσω της έντονης εστίασης  της προσοχής και της αντίληψης σε κάποιο συγκεκριμένο εξωτερικό ή εσωτερικό σημείο (ή σε μία σκέψη, ιδέα, μνήμη, εικόνα, φανταστική δραστηριότητα, λέξη, φράση ή σωματική αίσθηση). Η χαλάρωση δεν αποτελεί απαραίτητο συστατικό για την κατάσταση της ύπνωσης. Η ύπνωση από μόνη της δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως θεραπεία αφού συνήθως δεν έχει μόνιμα αποτελέσματα. Μετατρέπεται όμως σ’ ένα πολύ δυνατό εργαλείο, όταν μιλάμε για υπνοθεραπεία και όταν συνδυαστεί με άλλες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους (Hartman, D. 2014).

Το άτομο παρουσιάζει παρόμοια εγκεφαλική δραστηριότητα σε σχέση με τον ύπνο αλλά βρίσκεται σε μια πιο χαλαρή κατάσταση με αυξημένα τα επίπεδα κυμάτων άλφα του εγκεφάλου. Σε σχέση με τον διαλογισμό επίσης εμφανίζει παρόμοια εγκεφαλική δραστηριότητα αλλά διαφορετική δραστηριότητα των εγκεφαλικών κυμάτων όσο και των περιοχών του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη διαδικασία (Lynn, S.J., & Green, J.P. 1995. όπ. αναφ. στον Green, 2011. Nash, Μ.Ρ., & Benham, Γ. 2005. Winerman, L., 2006. Wiebe, D.J., &  McCallum, D.M. 1986. Irons, R., & Schneider, J. P. 1997. όπ. αναφ. στον Hawkins 2009. Egner, T., Jamieson, G., Gruzelier, J.H. 2005. Faymonville et al.  2003. Rainville, P.,  Duncan, G.H., Price D.D., Carrier, B., & Bushnell, M.C. 1997. όπ αναφ. στους Hely, J.M., Jamesieson, G. H., & Dunstan, D. 2011. Green, S. 2011).

Υπνοθεραπεία 2

Η υπνοθεραπεία είναι μια συνθετική και βραχεία στρατηγική θεραπεία. Στόχος της είναι η εύρεση λύσεων σ’ ένα ζήτημα γρήγορα, με ασφάλεια και όσο πιο αποτελεσματικά γίνεται. Στηρίζεται πλέον στη ψυχοφυσιολογία και στις σύγχρονες έρευνες των νευροεπιστημών. Λειτουργεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο επιλύσης με ευκολία πρόσβασης στο ασυνείδητο, κάνοντας χρήση των ανεκμετάλλευτων δυνατοτήτων του ατόμου επιφέροντας τη θεραπευτική αλλαγή. Επιτρέπει την πρόσβαση σ’ ένα άλλο επίπεδο σκέψης ή συνείδησης όπου  μπορούμε να βρούμε τη λύση του ζητήματος. Ο ευρύτερος θεραπευτικός στόχος της είναι το άτομο να μάθει να εμπιστεύεται και να χρησιμοποιεί λειτουργικά τις δυνατότητες του εσωτερικού του εαυτού.

Όπως πολύ όμορφα συνοψίζει ο Hawkins (2000. σ.4)

Η ύπνωση είναι μια ψυχολογική κατάσταση κατά την οποία η κριτική ικανότητα – ή η λογική – του ατόμου αναστέλλεται ή ελαττώνεται, οδηγώντας σε μια αύξηση της πιθανότητας αποδοχής της θεραπευτικής παρέμβασης. Σε αυτή την κατάσταση όλα τα αποκαλούμενα «υπνωτικά» φαινόμενα μπορούν να προταθούν από τον θεραπευτή και στη συνέχεια να παραχθούν από τον ασθενή (π.χ. αναλγησία, αμνησία, μετά-υπνωτική συμπεριφορά, ιδεοδυναμική συμπεριφορά, αποσύνδεση). Αυτή η κατάσταση μπορεί να προκύψει φυσιολογικά ή να προκληθεί από το θεραπευτή σε συνεργασία με τον ασθενή,  ή να προκύψει από τον ίδιο τον ασθενή (αυτοΰπνωση). 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της ύπνωσης ασκείται η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία.  Η συμβουλευτική παρέμβαση είναι η πρωτεύουσα στρατηγική και η ύπνωση είναι η δευτερεύουσα ή διευκολυντική στρατηγική. Η πρωτεύουσα στρατηγική είναι η εφαρμογή των επαγγελματικών δεξιοτήτων θεραπευτικής παρέμβασης (π.χ. χειρουργική, οδοντιατρική, συμβουλευτική ψυχολογία).  Η ικανότητα διευκόλυνσης ή υποκίνησης υπνωτικών διεργασιών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι υπάρχει και η επαγγελματική ικανότητα χρησιμοποίησης των πρωταρχικών στρατηγικών.

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH