Νοημοσύνη, πόσο εύκολα μιλάμε γι’ αυτή;

Κάθε άτομο είναι διαφορετικό όσον αφορά ικανότητες όπως η κατανόηση και η σύνθεση ιδεών, η αποτελεσματική προσαρμογή στο περιβάλλον, η μάθηση από την εμπειρία, η χρήση διαφορετικών συλλογισμών και οι στρατηγικές αντιμετώπισης εμποδίων με τη σκέψη. Έτσι οι νοητικές επιδόσεις αναπόφευκτα  διαφέρουν ανάλογα με τις περιστάσεις και τους διαφορετικούς τομείς, αφού τα κριτήρια αξιολόγησης συμβαδίζουν με την κάθε περίπτωση. Οι προσπάθειες διευκρίνισης και οργάνωσης αυτού του σύνθετου συνόλου φαινομένων, δημιουργεί την ποικιλία εννοιών της νοημοσύνης (Neisser et al. 1997).

Πριν τον 19ο αιώνα, ο χλευασμός και η περιφρόνηση αποτελούσαν χαρακτηριστικές συμπεριφορές για τα λεγόμενα τότε «νοητικά καθυστερημένα» άτομα. Από τις αρχές κιόλας του 19ου διαφαίνεται η τάση σε μια περισσότερο ανθρωπιστική προσέγγιση και στην ευαισθητοποίηση του φαινομένου. Μια πρώτη προσπάθεια διάκρισης έγινε από τον Jean Esquirol (1838), όπου ο ίδιος υποστήριξε ότι η νοημοσύνη είναι ένα συνεχές που χαρακτηρίζεται από τη διαβαθμιστική της λειτουργία και μπορούσε να αξιολογηθεί δια μέσου του επιπέδου του λόγου του ατόμου. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι το άτομο κυμαίνεται σε ένα συνεχές, που στο ένα άκρο βρισκόταν η χαμηλή νοητική λειτουργία και στο άλλο η υψηλή. Η σημαντικότητα της ανάπτυξης αυτής της θεωρίας έγκειται στο γεγονός του διαχωρισμού της νοητικής λειτουργίας από τη ψυχική ασθένεια, πτυχές, που τους προηγούμενους αιώνες ήταν ένα. Με αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η δημιουργία των πρώτων ασύλων σε Ευρώπη και Αμερική με απώτερο σκοπό το διαχωρισμό, τη διάγνωση και τη διαφοροποίηση ως μείζον ζήτημα (Μόττη, 1999).

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου  αιώνα, το αυξημένο ενδιαφέρον συνεχίζεται. Διαχωρίζεται η φιλοσοφία από τη ψυχολογία και εντείνονται οι προσπάθειες της διερεύνησης, με τρόπους παρόμοιους των θετικών επιστημών, όπως της φυσικής και της στατιστικής. Πρωτοπόροι αυτής της κίνησης ήταν, ο Sir Francis Galton (Άγγλος, βιολόγος, 1883), ιδρυτής του πρώτου ανθρωποκεντρικού εργαστηρίου και από τους πρώτους που ασχολήθηκε με την κληρονομικότητα, τη συνάφεια και την παλινδρόμηση  στο μέσο όρο και ο James Mckeen Cattell (Αμερικάνος, Ψυχολόγος, 1879),  ως πρώτος ερευνητής που ανέφερε τον όρο «νοητικό τέστ». Εξίσου σημαντικοί είναι, ο δημιουργός των πρώτων κλινικών τεστ ψυχιατρικών ασθενειών Emil Kraepelin (Ψυχίατρος, Γερμανία), αλλά και ο δημιουργός των πρώτων τεστ αξιολόγησης της σχολικής ικανότητας Herman Ebbinghaus (Ψυχολόγος, 1897 Γερμανία), που έθεσε τις βάσεις για τα ομαδικά τεστ νοημοσύνης (Μόττη, 1999).

Οι εξελικτικές θεωρίες και η συμβολή τους, όπως αυτή του Piaget το 1972, (ισχυριζόταν ότι η ανάπτυξη της νοημοσύνης αφορά μια συνεχή μεταβαλλόμενη ισορροπία της αφομοίωσης νέων πληροφοριών στις υπάρχουσες γνωστικές δομές και στην προσαρμογή τους στις νέες πληροφορίες), αλλά κι εκείνη του Vygotsky, το 1978 (υπέθεσε ότι όλες οι νοητικές ικανότητες σχετίζονται με το κοινωνικό υπόβαθρο, και ότι η γλώσσα και η σκέψη  συνδέονται και πρωτοεμφανίζονται στις αρχικές αλληλεπιδράσεις του παιδιού με το περιβάλλον του και αναπτύσσονται για το υπόλοιπο της ζωής του από αυτό), ήταν καθοριστικές για την ανάπτυξη της μελέτης της νοημοσύνης. Επιπρόσθετα, θεωρίες όπως αυτή της πολλαπλής νοημοσύνης του Gardner (1983), και των τριών θεμελιωδών απόψεων της νοημοσύνης (αναλυτική, δημιουργική και πρακτική) του Sternberg (1985), ήταν αρκετές για να τονίσουν την ποικιλομορφία και την πολυπλοκότητα αυτού που ονομάζεται νοημοσύνη (Neisser et al. 1997).

Brain2

Προς τα τέλη 19ου και στις αρχές του 20ου, το κίνητρο για έρευνα παρέμεινε ακλόνητο. Οι Alfred Binet, Victor Henri & Theodore Simon δημιουργούν την πρώτη σύγχρονη κλίμακα μέτρησης της νοημοσύνης. Ο Lewis Terman Stanford UNI, σταθμίζει το εργαλείο αυτό στην Αμερική (Stanford-Binet), και το 1986 προσαρμόζεται εκ νέου από τους Τhorndike, Hagen & Sattler, δημιουργώντας έτσι μια από τις καλύτερες μετρήσεις για νοημοσύνη ατόμων 2-23 ετών, μέχρι τις μέρες μας. Ο David Wechsler το 1930, αναπτύσσει μια σειρά από κλίμακες νοημοσύνης (από τις καλύτερες για παιδιά, εφήβους και ενηλίκους μέχρι και σήμερα), το WAIS-R (16+), το WISC-III (6-17), και το WPPSI-R (3-7 και 3 μηνών).  Ακόμα ένα ψυχομετρικό εργαλείο αξιολόγησης της νοημοσύνης εκείνης της εποχής που θεωρείται σημαντικό έως σήμερα, είναι το Τεστ Προοδευτικών Μήτρων (Standard progressive, Matrices Raven, Court & Raven, 1986), (Μόττη, 1999).

Το 1921, γίνεται το πρώτο συμπόσιο στην Αμερική με τίτλο «Η νοημοσύνη και η μέτρησή της». Τα κοινά χαρακτηριστικά της νοημοσύνης που προέκυψαν από εκείνη τη μέρα ήταν, η ικανότητα για μάθηση, η αφηρημένη σκέψη και η αποτελεσματική προσαρμογή στο περιβάλλον. Το 1986, ένα ακόμα συμπόσιο διοργανώνεται (Stern Berg & Detterman). Η έμφαση αυτή τη φορά δόθηκε στη διάσταση της ικανότητας του γνωρίζω και καταλαβαίνω τον εαυτό μου, στις δυνατότητες και τα όρια του ατόμου και στην άσκηση αυτοελέγχου. Τέλος, ένα από τα μεγαλύτερα συμπόσια όλων των εποχών το οποίο περιλάμβανε περίπου 1020 ειδικούς συμπεριλαμβανομένου ψυχολόγων, παιδαγωγών, κοινωνιολόγων και γενετιστών (Shyderman & Rothman 1987), με στόχο την ταξινόμηση συγκεκριμένων στοιχείων που αφορούν τη νοημοσύνη και τη σημασία τους για τον ορισμό της, εντόπισε ως σημαντικά στοιχεία την αφηρημένη σκέψη, τη  μάθηση και την επίλυση προβλημάτων (96% των συμμετεχόντων), καθώς και την ικανότητα προσαρμογής στο περιβάλλον, τη δημιουργικότητα, τις γενικές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τη γλωσσική ικανότητα, τη μαθηματική ικανότητα, τη μνήμη και την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών (60-80% των συμμετεχόντων), (Μόττη, 1999).

Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά όμως, και οι όποιοι ορισμοί, δεν συναντούν την παγκόσμια αποδοχή, ούτε καν στους μη ειδικούς. Τα επιχειρήματα προς μια περισσότερο ολιστική αξιολόγηση και μια διαπολιτισμική νοημοσύνη, αφορούν την διαφορετικότητα του κάθε ατόμου ως προς τα  γνωστικά χαρακτηριστικά του, την αντίληψη των δεξιοτήτων του, την ικανότητα ή δεξιότητα προσαρμογής στο περιβάλλον του, τα διαφορετικά είδη νοημοσύνης (π.χ. τεχνολογική νοημοσύνη, συναισθηματική νοημοσύνη, κ.ά.), τον τρόπο καθημερινής διαβίωσης, την πολιτισμικότητα και την πολυπολιτισμικότητα (π.χ. ατομικιστικές κοινωνίες ≠  συλλογικές κοινωνίες), κ.ά. (Μόττη, 1999).

EQ VS IQ

Το ζήτημα της νοημοσύνης,  είναι κάτι που απασχολούσε και απασχολεί πολύ συχνά ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα. Οι τελευταίες σύγχρονες προσπάθειες έδειξαν για ακόμα μια φορά το αδύνατο της απόλυτης αξιολόγησης και  ερμηνείας της νοημοσύνης. Οι απέραντες πιθανότητες που την καλύπτουν δεν στάθηκε εφικτό να εντοπιστούν. Παρά ταύτα, είτε το γόητρο της αναζήτησης μιας καθολικής ερμηνείας συνεχίζει να αποτελεί ισχυρό κίνητρο για πολλούς, είτε  διαμέσου κάποιων πεπεισμένων στο αδύνατο της εύρεσης της ολότητας των μεταβλητών και των αλληλεπιδράσεων, αυτή η υπέροχη και αέναη αφαιρετική διαδικασία της αναζήτησης, συνεχίζεται.

Συμπερασματικά, από τότε μέχρι σήμερα, σημαντικές εξελίξεις έχουν πραγματοποιηθεί και εντοπίζονται με ευκολία, στους τρόπους και την αποτελεσματικότητα της μελέτης της νοημοσύνης, των βιολογικών προσεγγίσεων και της μελέτης του εγκεφάλου. (Neisser et al. 1997). Η απομυθοποίηση των προηγούμενων απόλυτων ερμηνειών και η σχετικότητα των νέων είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό μετά από τόσα χρόνια μελέτης. Τα ψυχομετρικά τεστ δεν θεωρούνται πλέον αδιάψευστα. Οι ψυχομετρικές αξιολογήσεις δεν απαντούν σύνθετες ψυχολογικές καταστάσεις (Maher & Maher, 1994˙ Prince, 1997˙ Wohlgemuth, 1997). Η τάση αυτή προάγει την συμπληρωματική χρησιμότητα των εργαλείων που έχουν δημιουργηθεί κατά καιρούς, σε συνδυασμό με την εφαρμογή ψυχομετρικών αρχών με σοβαρότητα και προσοχή,  ακολουθώντας κώδικες ηθικής και δεοντολογίας και μόνο από ειδικούς (Σταλίκας, Α., Τριλιβά, Σ., & Ρούσση, Π. 2002).

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *