Κωφή Κοινωνία και Πολιτισμική Πραγματικότητα

Το ιατρικό μοντέλο

Σύμφωνα με το ιατρικό μοντέλο, όταν αναφερόμαστε σε κώφωση ή απώλεια ακοής περιγράφουμε την αδυναμία του ακουστικού μηχανισμού ως προς την καθαρή μεταφορά του ήχου του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα της ομιλίας στα κέντρα του εγκεφάλου, και της διαβίβασης μηνυμάτων που μεταφέρουν οι ήχοι. Επακόλουθα αυτού είναι οι δυσκολίες ανάπτυξης του προφορικού λόγου, αφού υπάρχει απουσία υποδείγματος ομιλίας για μίμηση, και απώλεια ελέγχου και κατεύθυνσης ομιλίας μέσω της ακοής. Η κώφωση σύμφωνα με το ιατροκεντρικό μοντέλο διακρίνεται σε κώφωση ελαφριάς μορφής (22 – 60 dB), σοβαρής μορφής (60 – 90 dB) και βαριάς μορφής (>90 dB). Ακόμα ένας διαχωρισμός που βρίσκουμε είναι το προγλωσσικό και μεταγλωσσικό άτομο με κώφωση, όπου συνήθως αν τα συμπτώματα εμφανιστούν από την ηλικία των 4 ετών και πάνω το άτομο θεωρείται μεταγλωσσικά κωφό (Μερακλής, 1991. Κουππάνου & Φτιακά, 2009. De Bruin, & Brugmans, 2006).

Η θεωρία της ανάπτυξης της πολιτισμικής ταυτότητας

Πέραν της πιο πάνω αντίληψης και με σκοπό να αντιληφθούμε την πολιτισμική ταυτότητα των κωφών ατόμων, χρειάζεται να έχουμε κατά νου πως αναπτύσσεται η πολιτισμική ταυτότητα. Η θεωρία ανάπτυξης της πολιτισμικής ταυτότητας αναφέρει ότι το κάθε άτομο περνάει από διάφορα στάδια κατά την ανάπτυξη της πολιτισμικής του ταυτότητας, τα οποία δεν ακολουθούν απαραίτητα την πιο κάτω σειρά, δεν είναι σταθερή η κατάκτηση τους και δεν είναι απαραίτητα γραμμικά. Ένα άτομο μπορεί να μεταφέρεται από το ένα στάδιο στο άλλο ή/και να βρίσκεται ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα στάδια, αναλόγως των καταστάσεων και των μεταβλητών που το επηρεάζουν.

Τα στάδια αυτά είναι:

  1. Της αφέλειας, όπου το άτομο δεν έχει πολιτισμική συνείδηση και χαρακτηρίζεται από άγνοια και μη ευαισθητοποίηση σχετικά με την πολιτισμικότητα και τις καταστάσεις που σχετίζεται και τον αφορούν.
  2. Της αποδοχής, η οποία διαχωρίζεται σε παθητική ή ενεργητική. Εδώ η ταυτότητα του ατόμου καθορίζεται βάσει της κυρίαρχης κουλτούρας. Ακολουθεί ως σωστό τρόπο πορείας στη ζωή τα “πρέπει” και τα “είναι” της κυρίαρχης κουλτούρας, μέσω συμβιβασμού και πιθανής υποτακτικότητας προς την κυρίαρχη ομάδα.
  3. Της αντίστασης και αναγνώρισης, που διαχωρίζεται σε παθητικό ή ενεργητικό. Tο άτομο αρχίζει να ορίζει την ταυτότητα του ως μέλος ομάδας μειονότητας αντιλαμβανόμενο την υφιστάμενη καταπίεση, την έλλειψη στήριξης και ευαισθησίας της κοινωνίας και των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και τη χρησιμοποίησή του ως εργαλείο του «συστήματος». Έτσι συχνά βιώνει έντονο θυμό, παίρνει μέτρα και προβαίνει σε ενέργειες με σκοπό την αλλαγή στο κατεστημένο. Επίσης, συμβαίνει να στρέφεται κατ’ εξοχήν στη δική του ιστορία και κοινότητα και να εναντιώνεται στην κυρίαρχη κουλτούρα
  4. Του επαναπροσδιορισμού και προβληματισμού, όπου συνεχίζεται η ανάπτυξη της συνειδητοποίησης, δίνοντας χώρο στο άτομο να βιώσει την υπερηφάνεια για την ταυτότητά του, αποφεύγοντας την κυρίαρχη κουλτούρα ως μη σημαντική για τον ίδιο και με σκοπό την εξεύρεση του εσωτερικού εαυτού και εκείνου του εαυτού που συναναστρέφεται με την ομάδα μειονότητας.
  5. Της πολυεπίπεδης εσωτερίκευσης, όπου επέρχεται η πλήρης συνειδητοποίηση του “ανήκειν” του ατόμου σε μια συγκεκριμένη ομάδα μειονότητας. Βρίσκεται σε πολιτισμική ενημερότητα με τις άλλες ομάδες και είναι περήφανο για τον εαυτό του, χωρίς να έχει πλέον κάποια παθητικά ή ενεργητικά αμυντική στάση προς την κυρίαρχη κουλτούρα. Το άτομο σ’ αυτό το στάδιο έχει τη δυνατότητα της αναγνώρισης των θετικών και αξιόλογων πλευρών την κυρίαρχης κουλτούρας και προσπαθεί για την αλλαγή των αρνητικών πλευρών.

(Κλεφταράς, Γ. 2010)

 

Πολιτισμικότητα

Το 10% των κωφών ατόμων γεννήθηκε και μεγάλωσε σε περιβάλλοντα οικογενειών κωφών, κάτι που σημαίνει ότι το 90% στα πρώτα χρόνια αγνοεί την κουλτούρα και γλώσσα. Είναι μια ανάπτυξη που συντελείται λοιπόν αρχικά, διαμέσου ενός συστήματος ακουόντων, όπου σε μετέπειτα ηλικίες έρχεται να ενταχθεί σε μια κοινωνική μειονότητα, όπως είναι η κοινωνία των κωφών (Leven, 1997. όπ. αναφ. στους De Bruin, & Brugmans, 2006. Gill, & Fox, 2012).

Εκτός της φυλής και της εθνικότητας, η πολιτιστική πολυμορφία περιλαμβάνει επίσης και την πολιτιστική κώφωση, ως αναπόσπαστο μέρος της εικονικής επικοινωνίας (Sheppard, 2011. όπ. αναφ. στον Shinn, 2013). . Ειδικές συνθήκες που προέρχονται από το πολιτισμικό υπόβαθρο και τη θέση των κωφών στην κοινωνία επηρεάζουν τον τρόπο συνεχιζόμενης ανάπτυξης στην επικοινωνία (Hoyt, Siegelman & Schlesinger, 1981. Phillips, 1996. όπ. αναφ. στον Konig, 2012). Ενδεικτικά των πιο πάνω μπορούν να είναι η συμβολική “βάφτιση” (η οποία αποτελεί διαφορετική ταυτότητα στην κοινότητα), τα κοινά ήθη, αξίες, γλώσσα, κουλτούρα, ιστορία, κανόνες συμπεριφοράς, αισθήματα για την κοινότητα, συγγένειες, τέχνες, λογοτεχνία, τα τραγούδια στη νοηματική γλώσσα, καθώς και κοινοτικές οργανωτικές δομές, κοινωνική καταπίεση με τις ποικίλες διαφορές και ομοιότητες από χώρα σε χώρα (Haug, & Mann, 2008. Sue, Arredondo, & McDavis, 1992. De Bruin, & Brugmans, 2006). Τέλος οι σχεσιακές στάσεις που αναπτύσσονται στην ευρύτερη κοινωνία μεταξύ κωφών και ακουόντων, επιπρόσθετα στα πιο πάνω, προφανώς έχουν και αυτές την επιρροή τους στην ανάπτυξη της πολιτισμικής ταυτότητας (Harvey, & Glickman, 2008)

Η επικοινωνία

Τέλος σημαντική είναι η συμβολή της επικοινωνίας και του τρόπου αυτής, ως προς την ανάπτυξη της πολιτισμικής ταυτότητας. Αρκετοί είναι πλέον εκείνοι που μελετούν τη δυναμική της επικοινωνίας των κωφών ατόμων διαμέσου της νοηματικής και όχι μόνον. Όσον αφορά τη νοηματική γλώσσα, με μια γρήγορη ματιά, μπορούμε να δούμε ότι διακρίνεται από τις λεκτικές γλώσσες, είναι μοναδική στο είδος της, πολυδιάσταση και οπτικο-χειρονομιακή (Κουππάνου & Φτιακά, 2009), διαφέρει από χώρα σε χώρα (Haug, & Mann, 2008. Sue, Arredondo, & McDavis, 1992) και το στυλ και η τεχνική της επηρεάζεται από την κοινότητα των ατόμων (De Bruin, & Brugmans, 2006).

Άλλα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας των κωφών ατόμων είναι η δεξιότητα χειλιανάγνωσης (Kyle & Woll, 1985. όπ. αναφ. στις Κουππάνου & Φτιακά, 2009), η επικοινωνία με έντονες εκφράσεις σε ολόκληρο το σώμα, κυρίως στα χέρια και το πρόσωπο, περισσότερη φυσική εγγύτητα και αυξημένη επαφή με τα μάτια (Peters, 2007. όπ. αναφ. στους De Bruin, & Brugmans, 2006). Επίσης, είναι σύνηθες τα κωφά άτομα όταν θέλουν να τραβήξουν την προσοχή να χρησιμοποιούν τρόπους που μπορεί να θεωρηθούν αγενείς στην κοινωνία των ακουόντων (Williams & Abeles 2004). Σύμφωνα με τους ερευνητές το 90% της επικοινωνίας των κωφών ατόμων, αφορά μη λεκτικό τρόπο (Gill, & Fox, 2012).

Δεδομένου ότι η όλη διαδικασία επικοινωνίας επηρεάζει πολλές πτυχές ανάπτυξης του ατόμου, όπως το βαθμό προσαρμογής και επίτευξης δραστηριοτήτων (Κουππάνου & Φτιακά 2009), η δυσλειτουργία προκύπτει σύμφωνα με κάποιους από ένα κόσμο μη νοηματικής, ένα κόσμο φτιαγμένο από τους ακούοντες για τους ακούοντες και όχι από το βίωμα του να είσαι κωφός (De Bruin, & Brugmans, 2006)

Καταλήγοντας, η λέξη κωφός, βάσει της συγκεκριμένης βιβλιογραφίας μπορεί να θεωρηθεί ένα βιολογικό χαρακτηριστικό (όπως το φύλο, ή το χρώμα). Δεν είναι απλά ένας όρος ή μια κατάσταση αλλά ένας τρόπος ζωής (De Bruin, & Brugmans, 2006), αποτελώντας ένα πολυπολιτισμικό ζήτημα (Phillips, 1996..όπ. αναφ. στους De Bruin, & Brugmans, 2006).

 

Συγγραφή: Γεώργιος Πεπέτσιος – MSc (Cand.), CBT, EMDR, ADH